Παράδοση

Από την ταινία “Ο Βιολιστής στη Στέγη”, ΗΠΑ 1971

Λόγω των παραδόσεων μας, έχουμε κρατήσει τις ισορροπίες μας για πολλά πολλά χρόνια. Εδώ στην Ανατεύκα, έχουμε παραδόσεις για τα πάντα: πώς να τρώμε, πώς να κοιμόμαστε, πώς να φοράμε τα ρούχα. Για παράδειγμα, κρατάμε πάντα καλυμμένα τα κεφάλια μας και φοράμε πάντα ένα μικρό σάλι προσευχής. Αυτό δείχνει τη συνεχή αφοσίωσή μας στον Θεό. Θα ρωτήσετε, πώς ξεκίνησε αυτή η παράδοση; Θα σας πω… Δεν γνωρίζω. Αλλά είναι παράδοση. Και λόγω των παραδόσεων μας, ο καθένας μας γνωρίζει ποιος είναι και τι περιμένει ο Θεός να κάνει.
Παραδόσεις, παραδόσεις. Χωρίς τις παραδόσεις μας, η ζωή μας θα ήταν τόσο ασταθής όσο… όσο… ένας βιολιστής στη στέγη!

– Τέβγε, από τον Βιολιστή στη Στέγη

Οσοι παρέστησαν στην εξόδιο ακολουθία του Βασιλιά Κωνσταντίνου ή την παρακολούθησαν από τους τηλεοπτικούς δέκτες, δεν παρέλειψαν να σταθούν στην πενθούσα οικογένεια. Στην αξιοπρέπεια, την ευγένεια, αυτό το μείγμα καθωσπρεπισμού και οικειότητας που εκπέμπουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν γεννηθεί και ανατραφεί με την συναίσθηση της Παράδοσης και το καθήκον της Ταυτότητας. Κάποιοι και κάποιες μπορεί ενίοτε να τα αποποιούνται ή να τα κακοποιούν. Δεν διαφέρουν από όλους τους άλλους ανθρώπους που προσποιούνται καθημερινά πως είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Ισως ένα καθοριστικό γεγονός όπως ο θάνατος χρησιμέψει ως ξυπνητήρι της θέσεως και του προορισμού τους.

Η πρόσφατη εικόνα της οικογένειας του “Τέως” ανακάλεσε εποχές όταν οι καλοί τρόποι ήσαν μέρος της ουσίας, όταν οι άνθρωποι ήξεραν πώς να ντύνονται, πότε να μιλούν ή να σωπαίνουν και να πώς συμπεριφέρονται ανάλογα με την περίσταση. Η παρουσία της βασιλικής οικογένειας εξέθεσε το χάσμα ανάμεσα στους “είναι” και στους “έχουν”, ό,τι μονόγραμμα κι αν έχουν τα γυαλιά ή οι τσάντες τους, κι όσα στενοχωρημένα προσωπεία κι αν φορέσουν φωτογραφιζόμενοι καμαρώνοντας ως σκερπάρνια. Θύμισε ακόμη τι είχε η ελληνική κοινωνία και τι έχασε. Μένει να δούμε αν θα επανέλθει ο λαός μας στην καλή του όψη ως άλλος Ασωτος Υιός.

Η αμφισβήτηση των εξουσιών δεν είναι από μόνη της καταδικαστέα, ιδιαίτερα αν η εξουσία επιχειρεί να διαλύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως έχουν κάνει πολλές στο πέρασμα του χρόνου. Οσοι γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και του ’30 και ακόμη περισσότερο η γενιά που γεννήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήσαν εικονοκλάστες. Το σύνθημά τους ήταν «Έξω το παλιό, μέσα με το νέο που είναι καλύτερο». Ετσι περάσαμε από την χειροποίητη δημιουργία του ξυλουργού στην φορμάικα και το νάυλον κι από κει στις πεπιεσμένες μοριοσανίδες των καταστημάτων μαζικής επίπλωσης. Σήμερα, τα ίδια αυτά καταστήματα που έκλεισαν τους τοπικούς κατασκευαστές, ρυπαίνοντας την αγορά με πριονίδια και κόλες, θυμήθηκαν ότι το ξύλο ταιριάζει στις “ειδικές” και φυσικά πολύ πιο ακριβές σειρές τους γιατί… τιμούν την βιωσιμότητα και την παράδοση του χειροποίητου.

Ανάγκα και πολλά παλαιότερα πράγματα εκτιμώνται. Οι παραδόσεις καθιερώνονται και αντέχουν στον χρόνο για κάποιο λόγο.

Ο πρώτος και απλούστερος δεν έχει να κάνει ούτε με κάποια θρησκευτική ενατένιση, ούτε με ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Οι παραδόσεις απλοποιούν τη ζωή, της δίνουν δομή, όρια και προσδοκίες. Είναι πιο εύκολο για τους ανθρώπους να περιηγηθούν στη σφαίρα της παράδοσης, να διασχίσουν τη ζωή με δοκιμασμένες και πετυχημένες συνταγές. Οπως δεν θα περίμενες από έναν άνθρωπο να μαγειρέψει για πρώτη φορά χωρίς καθοδήγηση ή να φτιάξει ένα αξιομνημόνευτο πιάτο χωρίς έναν οδηγό μαγειρικής (βιβλίο ή YouTube δεν έχει τόση σημασία, ένας γευσιγνωστικός μπούσουλας είναι και τα δυο), έτσι δεν μπορείς να περιμένεις ότι κάποιος θα επιβιώσει στη ζωή χωρίς τους κανόνες της Παράδοσης που δοκιμάστηκαν και πέτυχαν στον χρόνο.

Εξάλλου, οι παραδόσεις δεν εξαφανίζονται από απαίτηση της κοινωνίας, αλλά από την επιθυμία κάποιων ομάδων να επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες και να κατασξευάσουν ή να επιβάλλουν μια δική τους παράδοση. Πάλι δηλαδή οι (νέες) παραδόσεις είναι αυτές που επιβάλλουν τον κώδικα σκέψης και συμπεριφοράς.

Οι παραδόσεις αρχίζουν να κινδυνεύουν όταν οι άνθρωποι ξεχνούν τον σκοπό τους, όταν ξεχνούν από πού προέρχονται και γιατί τις τηρούν, τι σημαίνουν ή συμβολίζουν και τι εξυπηρετούν, όταν οι παραδόσεις παύουν να παραδίδονται από γενιά σε γενιά, αλλά ξεραίνονται ή σέπονται, και διαπιστώνουμε ότι κοσκινίζουμε τις στάχτες μιας παλιάς φωτιάς που σε μεγάλο βαθμό έχει σβήσει. Τότε, όπως με κάθε τι ξερό ή σάπιο, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να το πετάξουμε ή να το κάψουμε στη φωτιά. Πολύ περισσότερο στους καιρούς μας που οι άνθρωποι ξέμαθαν να εμπιστεύονται τις αλχημιστικές ικανότητες της Γης, κλεισμένοι στο υπερτροφικό επιστημονικό τους Εγώ, και είναι ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους για να κάνουν το ξερό ξύλο εργαλείο, σκεύος ή έπιπλο. Κι αφού δεν ξέρει τι βλέπει, και δεν φαντάζεται με την αποχυμωμένη φαντασία του τι μπορεί να κάνει με αυτό, ο σύγχρονος άνθρωπος καταλήγει στην άρνηση: “Α, αυτό; Ας το πετάξουμε!”.

Αλλά πριν την απόρριψη, προϊόν της άγνοιας και της τεμπελιάς, η διαδικασία ξεκινά με τη λήθη. Η λήθη οδηγεί στην έλλειψη κατανόησης, η οποία δίνει τη θέση της στην έλλειψη εκτίμησης. Και όλα μαζί καταλήγουν σε μια σχεδόν χαρούμενη απόρριψη των παλιών πραγμάτων και των συκοφαντημένων και αμαυρωμένων πλέον παραδόσεων οι οποίες κάποτε και για αιώνες συντηρούσαν και πλαισίωναν τη ζωή μας.

Είναι βέβαιο ότι κάποια πράγματα πρέπει να αλλάζουν, ίσως και να ξεχνιούνται. Κάποια να αποθηκεύονται ως λήμματα στους τόμους μιας εγκυκλοπαίδειας από όπου θα μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τα ανασύρρει όταν τα χρειαστεί. Ίσως, όπως υπάρχει χρόνος και τόπος για το κάθε τι, έτσι να μπορούμε να χάνουμε πράγματα για λίγο, για να τα ανακαλύψουμε ξανά αργότερα. Ομως, αυτό που ζούμε από το τέλος τους Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, είναι πιο σοβαρό και πιο ανησυχητικό από αυτό το είδος φυσικής παλλίρροιας και άμπωτης στις οποίες έχει φυσικώ τω τρόπω προσαρμοστεί η ανθρώπινη σκέψη. Αυτό που μεταπολεμικά επιχειρείται είναι μια ρήξη, μια ριζική ασυνέχεια η οποία έχει κλονίσει πολλά από τα θεμέλια των Δυτικών κοινωνιών, και, κυρίως, την Εκκλησία και την Οικογένεια. Οι Πατρίδες έχουν σε μεγάλο βαθμό διαβρωθεί από τα κύμματα των σύγχρονων νομάδων. Μένει να καταργηθεί η αξία του ίδιου του Ανθρώπου με την μετατροπή του σε νούμερο στο ψηφιακό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Είναι επομένως, όχι απλώς καλό αλλά και αναγκαίο να θυμόμαστε πολλές από τις παραδόσεις μας. Η αγλική γλώσσα έχει μια πολύ δηλωτική της μνήμης σχετική λέξη: η λέξη “remember” υποδηλώνει μια διαδικασία συναρμολόγησης, τη συλλογή αγαπημένων πολύτιμων πραγμάτων που έχουν αποκοπεί από το σώμα, ώστε να καταστούν ξανά «μέλη» του σώματος, του Εθνους, των Οικογενειών και της Παράδοσής μας. Το να θυμόμαστε τις λησμονημένες παραδόσεις μας, ακόμη και όταν καθιερώνουμε κάποιες νέες, είναι ένας σημαντικός τρόπος για να διασφαλίσουμε τη συνέχεια της παράδοσης της σκυτάλης με την ατομική και συλλογική κληρονομιά μας.

Σύμφωνα με τον βρετανό συγγραφέα Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον (1874-1936), η παράδοση είναι η «δημοκρατία των νεκρών», όπου οι πρόγονοί μας έχουν λόγο σε αυτό που κάνουμε. “Στο θέμα της μεταρρύθμισης των πραγμάτων, σε αντίθεση με την παραμόρφωσή τους, υπάρχει μια ξεκάθαρη και απλή αρχή, μια αρχή που μάλλον θα ονομαστεί παράδοξο. Υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση συγκεκριμένος θεσμός ή νόμος. Ας πούμε, για λόγους απλότητας, έναν φράχτη ή μια πύλη που έχει στηθεί σε έναν δρόμο. Ο πιο σύγχρονος τύπος μεταρρυθμιστή το προσεγγίζει με χαρά και λέει: «Δεν βλέπω τη χρήση του, ας το ξεφορτωθούμε». Στο οποίο ο πιο ευφυής τύπος μεταρρυθμιστή θα κάνει καλά να απαντήσει: «Αν δεν δεις τη χρήση του, σίγουρα δεν θα σε αφήσω να το ξεκαθαρίσεις. Φύγε και σκέψου. Στη συνέχεια, όταν μπορέσεις να επιστρέψεις και να μου πεις ότι βλέπεις την χρήση του, ίσως σου επιτρέψω να το καταστρέψεις”.

Η παράδοση είναι ένας τρόπος να θυμόμαστε την αξία της αγίας τριάδας του ανθρώπινου βίου, την οικογένεια, την πίστη και την πατρίδα, να τιμούμε τους τρόπους και τις πρακτικές των παππούδων και των γιαγιάδων μας τους οποίους θυμόμαστε με αγάπη και με ένα αίσθημα απώλειας το οποίο θεραπεύουμε καθώς θυμόμαστε τα καλύτερα στοιχεία του παρελθόντος μας και ανακτούμε τις παραδόσεις μας.

Οι σαρωτικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας ξεκίνησαν αθώα, ως απαιτήσεις των νέων μέχρις ότου φθάσουν να φανερωθούν ως απαιτήσεις των μεγάλων ηλικιακά και οικονομικά οι οποίοι χρησιμοποιούν τους εύπιστους μικρούς, οικονομικά και ηλικιακά. Συχνά ξεκινούν ως ένα αστείο, όπως η γελοιοποίηση του “Θύμιου” από το χωριό στις ελληνικές ταινίες. Ο Ελληνας, από Κολοκοτρώνης που “καβάλα πάει στην εκκλησιά”, έγινε ένας κουτοπόνηρος Καραγκιόζης που κοιτάζει πώς θα επιβιώσει. Ετσι έφτασε από νοικοκύρης, με τους κήπους και τα μποστάνια του, τα μαγαζιά του και τα ζωντανά του, να γίνει ζητιάνος των pass των φιλανθρώπων ελλαδοσουλτάνων.

Σε ένα αμερικανικό μιούζικαλ του 1964 (έγινε ταινία το 1971), τον περίφημο “Βιολιστή στη Στέγη” η παράδοση επαινείται για να γελοιοποιηθεί. Επισημαίνει όμως πως, παρά την προπαγάνδα για την εξαφάνιση των παραδόσεων των “άλλων”, κάποιοι ακόμη σέβονται και τηρούν τις παραδόσεις τους, γιατί «Χωρίς τις παραδόσεις μας η ζωή μας θα ήταν τόσο ασταθής όσο ένας βιολιστής στην στέγη».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this:
close-alt close collapse comment ellipsis expand gallery heart lock menu next pinned previous reply search share star